Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Χρύσκους

Λατινικά  Cobius-Gobius  (κν . κωβιός)
ΧΙΛΙΑΔΕΣ μικρά ψαράκια που τα λέπια τους ήταν χρυσά και μέσα στα καλοκαιριάτικα σούρουπα οι άκρες της λίμνης  γέμιζαν από χτο νερό χρύσιζαν.

Οι Καστοριανοί τα βάφτισαν, ένα όνομα που τελικά κατέληξε σε χρύσκους. Οι χρύσκοι ψαρεύονταν εύκολα και το ψάρεμά τους ήταν γοητευτικό ακόμα και από μικρά παιδιά, τα οποία βουτούσαν μέχρι το γόνατο στη λίμνη και τοποθετούσαν «φωλιές» πλεγμένες από μάλαθρο (μάραθος),  το φυτό     (Foeniculum). Ξετρελαμένοι οι χρύσκοι από τη μυρωδιά του μάλαθρου έμπαιναν μέσα και γέμιζαν τις φωλιές. Ο μικρός ψαράς με προσοχή έβαζε κάτω από τη γεμάτη τη φωλιά μια μαλάθα με  βέργες (καλάθι πεπλατυσμένο)  και ύστερα την ανασήκωνε αρπάζοντας τη φωλιά και χρύσκους που πηδούσαν λαχταριστά.
πηγή: Ιφιγένεια Διδασκάλου, Καστοριά πατρίδα μου, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 18
Σημείωση
* Το λήμματα της Βικιπαίδειας Χρύσκος και Καστοριά   στο μεγαλύτερο μέρος είναι δικά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου